Γερμανία-φυσικό αέριο: Υπέρ της εφάπαξ πληρωμής στα νοικοκυριά και μείωσης της τιμής από τον Μάρτιο

Η επιτροπή ειδικών στη Γερμανία, που ανέλαβε την κατάρτιση σχεδίων για τη μείωση των επιπτώσεων από τις αυξημένες τιμές του φυσικού αερίου, τάσσεται υπέρ μιας εφάπαξ καταβολής αυτή τη χρονιά στα νοικοκυριά και μιας μείωσης της τιμής από τον επόμενο Μάρτιο ή Απρίλιο, όπως γίνεται γνωστό από ένα προσχέδιο το οποίο διάβασε το Reuters.

Η επιτροπή τάσσεται υπέρ της καταβολής από το κράτος προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις μιας εφάπαξ πληρωμής που θα είναι ίση με ένα μηνιαίο λογαριασμό φυσικού αερίου για τη χρονιά αυτή, σύμφωνα με το προσχέδιο. Η επιτροπή επεξεργάζεται ακόμη ένα ξεχωριστό πρόγραμμα για τους μεγάλους πελάτες φυσικού αερίου στον βιομηχανικό τομέα.

Σε μία δεύτερη φάση, το κράτος θα μπορούσε να επιδοτήσει ποσοστό 80% της προβλεπόμενης κατανάλωσης φυσικού αερίου, με τους καταναλωτές να πληρώνουν το υπόλοιπο 20% σε τιμές της αγοράς, αλλά και να παράσχει κίνητρα για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Η επιδοτούμενη τιμή θα μπορούσε να βρίσκεται περίπου στα 14 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, όπως αναφέρεται στο ίδιο προσχέδιο.

Στην περίπτωση που υιοθετηθεί, το πρόγραμμα αυτό θα καλυφθεί από το πρόγραμμα βοήθειας των 200 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο, η κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς ανακοίνωσε στα τέλη του προηγούμενου μήνα, προκειμένου να μετριάσει τις συνέπειες από τις αυξανόμενες τιμές ενέργειας στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.

Η επιτροπή θα παρουσιάσει μία ενδιάμεση αναφορά σε συνέντευξη Τύπου που θα πραγματοποιηθεί σήμερα, με την κυβέρνηση να αναμένεται ότι θα λάβει υπόψη της τα στοιχεία της αναφοράς αυτής.

Σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο του υπουργείου Οικονομίας, δεν έχει οριστικοποιηθεί κάποιο πλαίσιο ακόμη.

Οι ειδικοί δηλώνουν ότι το πλεονέκτημα της εφάπαξ πληρωμής είναι αυτό που παρέχει το άμεσο αποτέλεσμα. Το μειονέκτημά της εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν παρέχει κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας, παρά τις εκτιμήσεις που αναφέρουν ότι απαιτείται εξοικονόμηση ενέργειας τουλάχιστον σε ποσοστό 20%, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ενεργειακών ελλείψεων.

Η μείωση της τιμής απαιτεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να υλοποιηθεί.