Γερμανία: 30 χρόνια από το ξενοφοβικό πογκρόμ στο Ρόστοκ

Τον Αύγουστο του 1992, ένας όχλος νεοναζί κυνήγησε επί μέρες Βιετναμέζους και Ρομά που είχαν διαφύγει στο Ρόστοκ – Τι συνέβη όταν η πολιτική άφησε το μίσος να εκραγεί

Όταν οι εμπρηστικοί μηχανισμοί έσπασαν τα τζάμια των παραθύρων, απλώθηκε παντού ο φόβος του θανάτου. Ένα σπίτι καιγόταν. Εκατό Βιετναμέζοι, ο υπεύθυνος μετανάστευσης της πόλης του Ρόστοκ και ένα τηλεοπτικό συνεργείο ήταν παγιδευμένοι. Είναι 24 Αυγούστου 1992. Η τέταρτη μέρα του ρατσιστικού πογκρόμ εναντίον των κατοίκων μιας δομής για αιτούντες άσυλο και Βιετναμέζους συμβασιούχους εργαζομένους στο λιμάνι της Ανατολικής Γερμανίας στο Ρόστοκ. Η συνοικία του Λιχτενχάγκεν είναι μια πυκνοκατοικημένη περιοχή. Τεράστια πολυώροφα τετράγωνα με την «αρχιτεκτονική γοητεία» της πάλαι ποτέ Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Τα καταλύματα για τους ξένους είναι διακοσμημένα με πολύχρωμα πλακάκια. Έχουν το μοτίβο ενός ηλιοτρόπιου. Το σπίτι του ηλιοτρόπιου ονομάζεται η πολυκατοικία. Τώρα έχει πάρει φωτιά. Το τηλεοπτικό συνεργείο καταγράφει τη φρίκη στο κτίριο. Φωτιά. Πυκνός καπνός. Κλειδωμένες πόρτες. Τρεχαλητά. Απελπισία.

«Τώρα θα σας ψήσουμε!»

Έχει στηθεί μια γιορτή μπροστά από το σπίτι. «Τώρα σας ψήνουμε», φωνάζει ο όχλος στους εγκλωβισμένους. Χιλιάδες άνθρωποι πολιορκούν το πολυώροφο κτίριο. Νεοναζί και περίοικοι. Νέοι και μεγάλοι. Άντρες και γυναίκες. Κάθε εμπρηστικός μηχανισμός που τροφοδοτεί τη φωτιά επευφημείται. Ναζιστικοί χαιρετισμοί. Πολεμικές σημαίες του Ράιχ. Ευδαιμονία και μπύρα. Ένας πολιτικός προσπαθεί να ηρεμήσει την κατάσταση: «Άνθρωποι είναι και αυτοί!», λέει. Το πλήθος βροντοφωνάζει στο πρόσωπό του: «Αυτοί δεν είναι άνθρωποι!».

Η αστυνομία έχει φύγει. Αποσύρεται. Και η πυροσβεστική δεν μπορεί να περάσει στο φλεγόμενο κτίριο των εγκλωβισμένων. Το πλήθος που χαμογελά χαιρέκακα απέκλεισε τη δίοδο για τους διασώστες. «Η Γερμανία στους Γερμανούς, έξω οι ξένοι!» φωνάζουν. Το κράτος επέτρεψε να κυριαρχεί το μίσος. Μόνο από θαύμα κανείς δεν πεθαίνει.

«Αυτό ήταν συγκλονιστικό για μένα», θυμάται ο Χάγιο Γκραφ Βίτζτχουμ φον Εκστέτ. Συμμετέχει στον σύλλογο του Ρόστοκ «Bunt statt Braun». Η υπερκομματική πρωτοβουλία καταπολεμά τον δεξιό εξτρεμισμό. «Ήταν μια από αυτές τις υπερβολές που έπρεπε να συμβεί. Η ομοσπονδιακή και η τοπική κυβέρνηση είχαν αποτύχει», λέει. Ο Βίτζτχουμ φον Εκστέτ εξακολουθεί και σήμερα να αναστατώνεται από τα γεγονότα όταν τα ανασύρει στη μνήμη του. Το Ρόστοκ-Λιχτενχάγκεν ήταν το πρώτο πογκρόμ μετά το τέλος της εθνικοσοσιαλιστικής βασιλείας του τρόμου. Γι’ αυτόν είναι ξεκάθαρο ότι οι πολιτικοί στο Ρόστοκ δεν έστρεψαν απλώς το βλέμμα αλλού: «Οι πολιτικοί χρησιμοποίησαν το γεγονός».

Εποχές ανατροπών

Η Γερμανία γνώρισε ταραχώδεις περιόδους στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο Χέλμουτ Κολ κυβέρνησε τη χώρα για δέκα χρόνια. Μετά τη φρενίτιδα της επανένωσης το 1990, η οικονομία της Ανατολικής Γερμανίας κατέρρευσε. Και μετά ολόκληρη η κοινωνία της Ανατολικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα, η χώρα γνώρισε απότομη αύξηση της μετανάστευσης. Με την πτώση του Τείχους, έπεσε και το Σιδηρούν Παραπέτασμα του Ψυχρού Πολέμου. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι από την πρώην Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη μετανάστευσαν στη Γερμανία.

Όμως το κλίμα στην κοινωνία ήταν εκρηκτικό. Οι ακροδεξιοί σκίνχεντ προσπάθησαν να καταλάβουν τους δρόμους τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Βίαιες επιθέσεις σημειώθηκαν σε όλη τη χώρα. «Τότε υπήρχε μεγάλη αντίσταση ενάντια στους ξένους και τους μετανάστες, ενάντια στους Σίντι και τους Ρομά», θυμάται ο Χάγιο Γκραφ Βίτζτχουμ φον Εκστέτ. «Και οι πολιτικοί το άφησαν να εκραγεί εκείνη τη στιγμή για τα δικά τους συμφέροντα».

Η κυβέρνηση Kολ επεξεργάζονταν για πολύ καιρό μια δραστική αυστηροποίηση του γερμανικού νόμου για το άσυλο. Οι νόμοι για το άσυλο είχαν δημιουργηθεί το 1949 από τα μαθήματα της ναζιστικής δικτατορίας και προσέφεραν μόνιμη και απεριόριστη προστασία σε όσους διώκονταν πολιτικά. Και κατοχυρώθηκαν στο σύνταγμα. Ακόμη και τότε, πολιτικοί παρατηρητές υποψιάζονταν ότι η συντηρητική ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπό τον Χέλμουτ Κολ ήθελε να χρησιμοποιήσει τις ταραχές και τις διαμαρτυρίες για να ασκήσει πίεση στους Σοσιαλδημοκράτες ώστε να συμφωνήσουν σε μια συνταγματική τροποποίηση που περιορίζει το δικαίωμα στο άσυλο. Το σκεπτικό τους ήταν μήπως χάσουν ψήφους. Οι «ανταγωνιστές» Σοσιαλδημοκράτες θα ενέδιδαν στο μίσος του όχλου, θα περιόριζαν το βασικό δικαίωμα στο άσυλο και θα περιόριζαν έτσι δραστικά τη μετανάστευση στη Γερμανία.

Ρατσισμός βάσει υπολογισμών

Στο Ρόστοκ, η πολιτική άφησε το μίσος να εκραγεί. Και παρακολούθησε αμέτοχη για πολλή ώρα. Τους μήνες πριν από το πογκρόμ, οι Σίντι και Ρομά από τη Ρουμανία εγκλωβίστηκαν μπροστά από το κέντρο υποδοχής αιτούντων άσυλο στην περιοχή του Λιχτενχάγκεν, μπροστά από το σπίτι του ηλιοτρόπιου. Η άφιξη των αιτούντων άσυλο υπερέβαινε τις δυνάμεις των αρχών, με αποτέλεσμα ο κόσμος να πρέπει να κατασκηνώσει μπροστά από τις εγκαταστάσεις στους χώρους πρασίνου. Όμως η πόλη αρνήθηκε να δράσει. Δεν στήθηκαν φορητές τουαλέτες. Η πολιτική καταδίκασε τους Ρουμάνους να πέσουν θύματα ύβρεων και επιθέσεων.

Για τον Επίτροπο κατά των διακρίσεων της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, Μεχμέτ Νταϊμαγκουλέρ, η υπόθεση αυτή αποτελεί επίσης μέρος μιας καταστροφικής παράδοσης διακρίσεων κατά των Σίντι και των Ρομά στη Γερμανία. Και αυτό επειδή οι εκατοντάδες χιλιάδες φόνοι Σίντι και Ρομά κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εποχής δεν ερευνήθηκαν και αποκαταστάθηκαν ποτέ. «Η δίωξη τους συνεχίστηκε με διαφορετική μορφή και μετά τη ναζιστική εποχή», τονίζει.

Επανένωση – όχι για τους μετανάστες

Ο Μεχμέτ Νταϊμαγκουλέρ μάχεται τον ρατσισμό και τον δεξιό εξτρεμισμό εδώ και χρόνια ως δικηγόρος, συγγραφέας βιβλίων και δημοσιογράφος. Το πογκρόμ του 1992 συγκλόνισε και αυτόν. «Έριξε μια σκιά στη χαρά της επανένωσης». Βιώνει αυτό που βιώνουν πολλοί Γερμανοί από οικογένειες μεταναστών: ότι δηλαδή τους αρνούνται τη γερμανική πατρίδα τους. Ότι η εθνική υπρηφάνεια για την επανένωση συμβαδίζει με μια νέα ποιότητα ρατσισμού και μίσους εναντίον ενός μέρους της κοινωνίας. «Η επανένωση έγινε από τους Γερμανούς για τους Γερμανούς και εμείς οι μετανάστες δεν ήμασταν μέρος της. Δεν καθίσαμε σε κανένα από τα στρογγυλά τραπέζια – ούτε στη Δύση ούτε στην Ανατολή. Μας φέρθηκαν όπως μας έβλεπαν. Για συτούς ήμασταν άσχετοι.»

Το 1992, οι μετανάστες γενικά εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζονται ως ξένοι, ακόμα κι αν η Γερμανία ήταν το σπίτι τους και είχαν γεννηθεί εδώ. Εφαρμόστηκε ο νόμος του αίματος, ο λεγόμενος «Ius Sanguinis». Γερμανοί είναι μόνο όσοι έχουν Γερμανούς γονείς.

Ο Μίχαελ Φρίντμαν ήταν ένας από τους πρώτους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών που ήταν εκεί εκείνη την εποχή. Τότε ήταν Γενικός Γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου των Εβραίων. Συνοδεύει τον πρόεδρό του, Ίγκνατς Μπούμπις. Και οι δύο είναι τρομοκρατημένοι. «Η ενοχή τόσων πολλών που δεν το απέτρεψαν είναι σκληρό πράγμα», λένε. Ακολουθεί σάλος. Ένας Χριστιανοδημοκράτης δημοτικός σύμβουλος από το Ρόστοκ αρνείται ότι ο Μπούμπις και ο Φρίντμαν είναι Γερμανοί γιατί είναι Εβραίοι. Σήμερα, ο Mίχαελ Φρίντμαν εργάζεται ως δικηγόρος και δημοσιογράφος και για την Deutsche Welle.

Η άνοδος των «μισάνθρωπων»

Τι έμαθε η Γερμανία στα τριάντα χρόνια από το πογκρόμ; «Αυτό που έχει βελτιωθεί», συνοψίζει ο Μίχαελ Φρίντμαν, «είναι ότι η κοινωνία των πολιτών είναι αφοσιωμένη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Ο Χάγιο Γκραφ Βίτζτχουμ φον Εκστέτ συμφωνεί αλλά ο σκεπτικισμός είναι μεγάλος. Παρόμοια η άποψη του Μεχμέτ Νταϊμαγκουλέρ: «Αν η κοινωνία είχε μάθει, τότε δεν θα είχαμε τόσους νεκρούς μετά τη ρατσιστική επίθεση στο Λύμπεκ το 1996, δεν θα είχαμε τη σειρά δολοφονιών από την αυτοαποκαλούμενη ομάδα «Nationalsozialistischeρ Untergrund», δεν θα είχαμε τις επιθέσεις των δεξιών εξτρεμιστών στο Μόναχο το 2016 και στο Χανάου το 2020».

Πολλοί άνθρωποι στη Γερμανία εξακολουθούν να κινδυνεύουν επειδή, σύμφωνα με τον Μίχαελ Φρίντμαν, «οι μισάνθρωποι είναι πιο ισχυροί από ό,τι ήταν το 1992». Με το AfD ιδρύθηκε ένα κόμμα που δείχνει όλο και πιο ανοιχτά την ακροδεξιά του στάση. «Οι λύκοι έριξαν την προβιά τους», λέει.

Οι συνέπειες του πογκρόμ έχουν αλλάξει τη Γερμανία μέχρι σήμερα. Στις 29 Μαΐου 1993, η Ομοσπονδική Βουλή ψήφισε υπέρ εκτεταμένων περιορισμών στο δικαίωμά στο άσυλο. Τρεις μέρες αργότερα, οι νεοναζί δολοφονούν πέντε ανθρώπους τουρκικής καταγωγής στην πόλη Ζόλινγκεν. Έβαλαν φωτιά στο σπίτι τους.

Πηγή: Deutsche Welle