Ενεργειακό πόκερ: Αποχωρεί η Gazprom από τη Γερμανία

Ενώ αναμένονται οι επόμενες κινήσεις της Μόσχας για τις πληρωμές αερίου σε ρούβλια, η Gazprom αποσύρεται από τη Γερμανία και την ιδιοκτησία της θυγατρικής της Gazprom Germania.

Ραγδαίες συνεχίζουν να είναι οι εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα, με τη ρωσική πλευρά να κλιμακώνει την πίεση. Ενώ τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στις επόμενες κινήσεις του Κρεμλίνου και του Βλαντιμίρ Πούτιν μετά το διάταγμα περί πληρωμών των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου σε ρούβλια,μέσα στο απόγευμα ήρθε η ξαφνική είδηση για την αποχώρηση της Gazprom από την γερμανική αγορά ενέργειας.

Ο ρωσικός ενεργειακός κολοσσός Gazprom ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τη Γερμανία και συγκεκριμένα τη θυγατρική εταιρεία Gazprom Germania, χωρίς να δίνει για την ώρα περισσότερες πληροφορίες. Η Gazprom κατείχε κατά 100% την ιδιοκτησία της γερμανικής θυγατρικής της, η οποία εξειδικεύεται στην εμπορία, μεταφορά και αποθήκευση φυσικού αερίου.

Προς το παρόν δεν έχει καταστεί σαφές πώς ακριβώς η εν λόγω ανακοίνωση θα επηρεάσει την τροφοδοσία της Γερμανίας με φυσικό αέριο.

Προς κρατικοποίηση της Gazprom και της Rosneft;

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της οικονομικής εφημερίδας Handeslblatt, πληροφορίες από το γερμανικό υπουργείο Οικοκονομίας εξετάζουν ήδη το ενδεχόμενο κρατικοποίησης της Gazprom Germania, όπως και του έτερου ρωσικού ενεργειακού παρόχου Rosneft Deutschland. Με αυτόν τον τρόπο η γερμανική κυβέρνηση θέλει να αποτρέψει σοβαρά προβλήματα και ελλείψεις στον εφοδιασμό της χώρας με φυσικό αέριο, ειδικά στα ανατολικά κρατίδια.

Η Gazprom αλλά και η Rosneft, μολονότι δεν επηρεάζoναι οι ίδιες άμεσα από τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, εμφανίζουν ήδη σημαντικά προβλήματα με τη σύναψη νέων συμβάσεων.

Γεγονός είναι πάντως ότι οι εταιρείες αυτές θεωρούνται αναντικατάστατες για τη γερμανική αγορά ενέργειας κι αυτό γιατί η Gazprom (Gazprom Germania και Gazprom Wingas – θυγατρική της Germania) εφοδιάζει τη Γερμανία με το 40% περίπου του συνολικού φυσικού αερίου, ενώ η Rosneft είναι στην ουσία ο βασικός παίκτης στην αγορά κηροζίνης, ντίζελ και απλής βενζίνης.