Πώς η Γερμανία έκανε στροφή 180 μοιρών με τη Ρωσία – Αποκάλυψη του Spiegel

Η Γερμανία «έκοψε» απότομα τους δεσμούς της με τη Ρωσία και τώρα βρίσκεται στο έλεος της ενεργειακής κρίσης.

«Η Ρωσία ήταν πάντα ένας αξιόπιστος προμηθευτής φυσικού αερίου». Αυτό έλεγε η Γερμανία, μόλις τέσσερις μήνες πριν από τη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία. Κανείς ωστόσο δεν προμήνυε το αδιέξοδο στο οποίο θα βρισκόταν η χώρα, η οποία αποτελούσε τον μεγαλύτερο αγοραστή ρωσικού φυσικού αερίου στη γηραιά ήπειρο.

H γερμανική οικονομία είναι εμφανώς στην πλευρά των χαμένων μετά τις κυρώσεις της Δύσης – που επιδιώκει να απομονώσει μια υπερδύναμη του πετρελαίου – ενώ οι υψηλές τιμές ενέργειας στην Ευρώπη αποτελούν τεράστιο ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις γερμανικές εταιρείες.

Παράλληλα, το σχέδιο των 200 δισ. ευρώ που σκοπεύει να δαπανήσει το Βερολίνο για να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις της κρίσης, έχει αναδειχθεί σε «κόκκινο πανί», φέρνοντας αντιδράσεις στους κόλπους της ΕΕ.

Μετά από σχεδόν οκτώ μήνες πολέμουκυρώσεωνακρίβειαςπληθωρισμού στο 10% και μπροστά σε έναν χειμώνα που μοιάζει ο δυσκολότερος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία έχει κάνει στροφή 180 μοιρών στις σχέσεις της με τη Ρωσία.

Η χώρα πραγματοποίησε μια απότομη στροφή, τι και αν Μέρκελ και Σολτς μιλούσαν για «οικονομικό έργο» αναφερόμενοι στην κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2.

«Δεν μετανιώνει» η Μέρκελ – Δεν έβλεπε απειλή ο Σολτς

«Το άνοιγμα ενός νέου αγωγού φυσικού αερίου από τη Ρωσία δεν θα ενέχει κίνδυνο για τον ενεργειακό εφοδιασμό της χώρας ή της ευρύτερης Ευρωπαϊκής Ένωσης», υποστήριζε σχετική αξιολόγηση, σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένο έγγραφο ασφαλείας που επικαλείται το Spiegel.

Μάλιστα, προς το τέλος της θητείας της, η Άνγκελα Μέρκελ αναγνώρισε ότι o Nord Stream 2 ήταν ένα οικονομικό έργο με «πολιτική διάσταση», αλλά συνέχισε να υποστηρίζει ότι δεν θα απειλούσε τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης.

Ο διάδοχός της, Όλαφ Σολτς, ο οποίος ήταν υπουργός Οικονομικών και αντικαγκελάριος στον κυβερνητικό συνασπισμό της Μέρκελ, επέστρεψε αρχικά στην προηγούμενη γραμμή της κυβέρνησης και χαρακτήρισε το NS2 «καθαρά οικονομικό» έργο.

Η αξιολόγηση χρονολογείται από τις 26 Οκτωβρίου 2021 κατά τους τελευταίους μήνες της καγκελαρίας της Μέρκελ και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση πιστοποίησης δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο στη Γερμανία και την ΕΕ», σύμφωνα με μια άκρως απόρρητη έκθεση για τη σύνδεση του Nord Stream 2 από το υπουργείο Οικονομίας.

Μόνο λίγο πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία… τα «γύρισε» και διέταξε να σταματήσει η διαδικασία πιστοποίησης. Τόσο ο Σολτς όσο και η Μέρκελ έχουν κατηγορήσει τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν ότι χρησιμοποιεί τις προμήθειες φυσικού αερίου ως «όπλο» για να διεξαγάγει έναν ενεργειακό πόλεμο στην Ευρώπη.

Η Μέρκελ έχει πάντως αρνηθεί οποιαδήποτε ευθύνη για την τρέχουσα ενεργειακή κρίση της Γερμανίας. «Πάντα ενεργείς την ώρα που βρίσκεσαι. Από αυτή την άποψη, δεν μετανιώνω καθόλου για αποφάσεις», είπε μιλώντας σε ακροατήριο στη Λισαβόνα την Πέμπτη, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την ενεργειακή της πολιτική έναντι της Ρωσίας. «Μάλλον, πιστεύω ότι ήταν σωστό από την οπτική γωνία της εποχής», υποστήριξε.

Με ύφεση το 2023 η Γερμανία

Ύφεση ύψους 0,4% αναμένει η κυβέρνηση για την οικονομία της Γερμανίας το 2023, με τον πληθωρισμό να παραμένει κοντά στο 7%, ανακοίνωσε πριν από λίγο στο πλαίσιο της «φθινοπωρινής πρόβλεψης», ο υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ.

«Είναι δύσκολη εποχή. Βιώνουμε μια σοβαρή ενεργειακή κρίση, η οποία διευρύνεται διαρκώς σε οικονομική και κοινωνική κρίση», δήλωσε ο κ. Χάμπεκ και απέδωσε τη δυσμενή κατάσταση στη διακοπή προμήθειας ενέργειας από τη Ρωσία, η οποία με τη σειρά της έχει προκαλέσει σοβαρό περιορισμό της λειτουργίας των ιδιαίτερα ενεργοβόρων βιομηχανιών. Για το τρέχον έτος εκτιμάται πάντως ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,4%, ενώ την περασμένη άνοιξη η πρόβλεψη της κυβέρνησης έκανε ακόμη λόγο για ανάπτυξη 2,2% το 2022 και 2,5% το 2023.

Σύμφωνα με τον κυβερνητικό συνασπισμό, η αύξηση των τιμών θα διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα, περίπου 8% για το τρέχον έτος και 7% για το 2023. Από το 2024 θεωρείται ότι θα επανέλθει στο 2,4%.