–Γερμανία: Οι καταναλωτές φοβούνται και αποταμιεύουν – Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008 η αποταμίευση

Παρά τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, τα γερμανικά νοικοκυριά δεν συμμερίζονται την αισιοδοξία. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί στις -30,6 μονάδες, οι προσδοκίες για τα εισοδήματα καταρρέουν και η διάθεση για αποταμίευση φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση.

Η γερμανική οικονομία εμφανίζει σημάδια αντοχής απέναντι στην ενεργειακή κρίση, τα υψηλά επιτόκια και τη διεθνή αβεβαιότητα. Οι ίδιοι οι Γερμανοί καταναλωτές, όμως, φαίνεται ότι βλέπουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Αντί να αυξάνουν τις αγορές τους, περιορίζουν τις δαπάνες και στρέφονται μαζικά στην αποταμίευση, φοβούμενοι νέες αυξήσεις στο κόστος ζωής και επιδείνωση της αγοράς εργασίας.

Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης των NIM-GfK για τον Οκτώβριο υποχώρησε στις -30,6 μονάδες, από -26,8 προηγουμένως. Η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που ανέμεναν οι αναλυτές, οι οποίοι προέβλεπαν περίπου -27,4 μονάδες.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 3 έως τις 14 Σεπτεμβρίου σε περίπου 2.000 καταναλωτές και δείχνει ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει αρχίσει να επηρεάζει καθοριστικά τις προσδοκίες των νοικοκυριών.

«Η πλειονότητα των νοικοκυριών περιμένει ότι οι υψηλές τιμές της ενέργειας θα περιορίσουν την αγοραστική της δύναμη», εξηγεί ο Ρολφ Μπούερκλ του Ινστιτούτου της Νυρεμβέργης για τις Αποφάσεις της Αγοράς (NIM).

Φόβος για τα εισοδήματα

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η επιδείνωση των προσδοκιών για τα εισοδήματα. Ο σχετικός δείκτης κατέρρευσε κατά 16,7 μονάδες, στις -15, φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2026.

Οι Γερμανοί εμφανίζονται πλέον πολύ πιο επιφυλακτικοί για την εξέλιξη των οικονομικών τους κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες. Και η αντίδρασή τους είναι χαρακτηριστική: αποταμιεύουν.

Ο δείκτης διάθεσης για αποταμίευση αυξήθηκε κατά έξι μονάδες, στις 21,5, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Εντυπωσιακό είναι ότι η αύξηση δεν περιορίζεται στα νοικοκυριά με χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα. Σύμφωνα με το NIM, είναι ιδιαίτερα ισχυρή ακόμη και μεταξύ των πιο εύπορων Γερμανών.

Την ίδια στιγμή, η διάθεση για αγορές υποχώρησε στις -10,8 μονάδες και παραμένει ουσιαστικά καθηλωμένη σε πολύ χαμηλά επίπεδα εδώ και περισσότερο από τρία χρόνια.

Δύο διαφορετικές εικόνες της Γερμανίας

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης. Οι επιχειρηματικοί δείκτες παρουσιάζουν τελευταία βελτίωση. Ο δείκτης Ifo έχει καταγράψει πέντε διαδοχικές αυξήσεις, ενώ και οι PMI δείχνουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της δραστηριότητας, κυρίως χάρη στις υπηρεσίες.

Παράλληλα, η οικονομία είχε καλύτερη πορεία από την αναμενόμενη στο πρώτο εξάμηνο του 2026, με τις εξαγωγές να συμβάλλουν στην ανάπτυξη. Τα μεγάλα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων, κυρίως σε άμυνα και υποδομές, αναμένεται επίσης να δώσουν πρόσθετη ώθηση.

Οι μεγαλύτεροι γερμανικοί οικονομικοί ερευνητικοί οργανισμοί αναθεώρησαν μάλιστα σημαντικά προς τα πάνω την κοινή πρόβλεψή τους για το 2026, αναμένοντας πλέον ανάπτυξη 1,3%, έναντι 0,6% που προέβλεπαν την άνοιξη. Αυτό όμως δεν έχει περάσει στα νοικοκυριά.

Ο πρόεδρος του Ifo, Κλέμενς Φουστ, εξηγεί ότι οι μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τον πληθωρισμό, ενώ οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Έτσι, η ανάκαμψη στηρίζεται περισσότερο στις επιχειρήσεις, τις παραγγελίες και τις δημόσιες δαπάνες, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ο αδύναμος κρίκος.

Ενέργεια, επιτόκια και φόβος για την εργασία

Η στάση των καταναλωτών δεν προκαλεί έκπληξη. Οι λογαριασμοί ενέργειας παραμένουν υψηλοί, τα καύσιμα έχουν ακριβύνει και τα αυξημένα επιτόκια επιβαρύνουν τα νοικοκυριά. Παράλληλα, η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας μεγαλώνει, ιδιαίτερα στη βιομηχανία.

Η απασχόληση στη μεταποίηση μειώνεται, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις -ιδιαίτερα στην αυτοκινητοβιομηχανία και στους προμηθευτές της- ανακοινώνουν προγράμματα αναδιάρθρωσης και περικοπές θέσεων εργασίας.

Ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής οικονομολόγος της ING, σημειώνει ότι οι Γερμανοί καταναλωτές «δεν συμμερίζονται την εικόνα ανθεκτικότητας» που εμφανίζουν άλλοι οικονομικοί δείκτες.

Κατά την εκτίμησή του, η πτωτική πορεία της εμπιστοσύνης αποτελεί αρνητικό μήνυμα για την κατανάλωση τους επόμενους μήνες.

Η πίεση γίνεται εμφανής ακόμη και στο σούπερ μάρκετ. Σε ξεχωριστή έρευνα του 2026, το 31% των καταναλωτών δήλωσε ότι, λόγω των οικονομικών περιορισμών, θα αγοράζει συνολικά λιγότερα προϊόντα, ενώ αντίστοιχο ποσοστό ανέφερε ότι έχει ήδη σταματήσει να αγοράζει ορισμένα είδη.

Η Γερμανία βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο. Οι μακροοικονομικοί δείκτες υποδηλώνουν ότι η οικονομία αρχίζει να ανακάμπτει, όμως τα νοικοκυριά δεν το αισθάνονται ακόμη στην καθημερινότητά τους. Και όσο οι καταναλωτές επιλέγουν να κρατούν τα χρήματά τους στην άκρη αντί να τα ξοδεύουν, η ιδιωτική κατανάλωση κινδυνεύει να γίνει το μεγάλο φρένο της γερμανικής ανάκαμψης.