
Τα στοιχεία του Gyronomics αποκαλύπτουν τη θεαματική πτώση της αγοραστικής δύναμης
Η αγοραστική δύναμη του Έλληνα εργαζόμενου, μετρημένη στο πιο δημοφιλές εθνικό street food, το πιτόγυρο ή αλλιώς την πίτα με γύρο, καταγράφει θεαματική υποχώρηση κατά περίπου δύο τρίτα μέσα σε τέσσερις δεκαετίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του πρωτότυπου εγχειρήματος Gyronomics – Ο Δείκτης του Πιτόγυρου (gyronomics.lovable.app), οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών αποδείχθηκαν ανήμπορες να αναχαιτίσουν το σαρωτικό κύμα των ανατιμήσεων.ΈτοςΜέση Τιμή ΠιτόγυρουΑγοραστική Δύναμη (Πιτόγυρα / Καθαρός Μισθός)1985~0,18 € (60 δρχ.)4821998Ιστορικό Υψηλό59720192,00 €–20223,20 €–20254,70 €–2026Υπολογισμός με 920€ μικτά165
Από τη «χρυσή εποχή» του 1998 στην ελεύθερη πτώση
Το 1985, ένας εργαζόμενος που αμειβόταν με τον κατώτατο μισθό μπορούσε να αγοράσει 482 πιτόγυρα τον μήνα (με μέση τιμή στις 60 δραχμές).
Η απόλυτη κορύφωση της αγοραστικής δύναμης καταγράφηκε το 1998, όταν ο μισθός αντιστοιχούσε στο αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα νούμερο των 597 τεμαχίων.
Έκτοτε, η μετάβαση στο ευρώ, η πολυετής οικονομική κρίση και οι αλλεπάλληλες πληθωριστικές πιέσεις αντέστρεψαν πλήρως την εικόνα, διευρύνοντας σταθερά την ψαλίδα μεταξύ αποδοχών και κόστους διαβίωσης.
Η εκτόξευση των τιμών την τελευταία επταετία
Η πλέον επιθετική ανατίμηση αποτυπώνεται την περίοδο 2019–2026, κατά την οποία η τιμή του πιτόγυρου υπερδιπλασιάστηκε:
- 2019: 2,00 €
- 2021: 2,70 €
- 2023: 3,30 €
- 2025: 4,70 €
Έτσι, παρά την αύξηση του ονομαστικού κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ (μικτά) από την 1η Απριλίου 2026, ο καθαρός μισθός επαρκεί πλέον μόλις για 165 πιτόγυρα τον μήνα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει με έναν απλό αλλά ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το πόσο έχει αλλάξει η καθημερινότητα των νοικοκυριών και κυρίως των χαμηλόμισθων εργαζομένων. Το πιτόγυρο, ένα προϊόν που για δεκαετίες θεωρούνταν μία από τις πιο προσιτές επιλογές γρήγορου φαγητού, λειτουργεί στην περίπτωση του Gyronomics ως ένας άτυπος «καθρέφτης» του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Η σύγκριση των 597 πιτόγυρων που μπορούσε θεωρητικά να αγοράσει ένας εργαζόμενος το 1998 με τα μόλις 165 που αντιστοιχούν σήμερα στον καθαρό κατώτατο μισθό είναι ενδεικτική της μεγάλης απόστασης που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στις αποδοχές και στις τιμές.
Παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών στους ονομαστικούς μισθούς, η συνεχής άνοδος του κόστους σε τρόφιμα, ενέργεια, πρώτες ύλες, ενοίκια και υπηρεσίες περιορίζει το πραγματικό όφελος για τον καταναλωτή. Έτσι, ένα καθημερινό προϊόν που κάποτε αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη και οικονομική επιλογή μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων που δέχεται η αγοραστική δύναμη, αναδεικνύοντας με αριθμούς πόσο λιγότερα αγαθά μπορεί να εξασφαλίσει σήμερα ένας μισθός σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.



