
- Η Ελληνική Αστυνομία εξάρθρωσε εγκληματική οργάνωση που παρείχε παράνομες υπηρεσίες συνδρομητικής τηλεόρασης σε περισσότερους από 86.000 πελάτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
- Τα επτά συλληφθέντα μέλη της οργάνωσης αποκόμισαν παράνομα κέρδη άνω των επτά εκατομμυρίων ευρώ, προκαλώντας ζημία στους νόμιμους παρόχους που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50 εκατομμύρια ευρώ.
- Οι δράστες επένδυαν τα έσοδά τους σε ακίνητα, πολυτελή οχήματα και πεντάστερα ξενοδοχεία, ενώ διοχέτευαν κεφάλαια σε 58 τραπεζικούς λογαριασμούς σε 12 διαφορετικές χώρες.
- Η οργάνωση λειτουργούσε τουλάχιστον από το 2017, χρησιμοποιώντας εξειδικευμένο τεχνολογικό εξοπλισμό, διακομιστές και μηχανισμούς απόκρυψης για την παράνομη αναμετάδοση οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω διαδικτύου.

«Ζωή και κότα» περνούσαν τα βασικά μέλη της οργάνωσης που συνελήφθησαν για παράνομη παροχή υπηρεσιών συνδρομητικής τηλεόρασης καθώς, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., είχαν καταφέρει να αποκομίσουν περισσότερα από επτά εκατομμύρια εύρω.
Όπως προέκυψε από την έρευνα των αστυνομικών, οι συλληφθέντες, ανάμεσα τους ένας πατέρας με τους δύο γιους του, «επένδυαν» τα κέρδη τους σε ακίνητα (δύο διαμερίσματα σε Αττική και Αγρίνιο), σε πολυτελή οχήματα και σε πολυήμερες διακοπές που έκλειναν σε πεντάστερα ξενοδοχεία.
Επιπλέον προέβαιναν και σε συστηματική εξαγωγή κεφαλαίων σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους στο εξωτερικό. Πιο συγκεκριμένα, διοχέτευαν χρήματα σε πάνω από 58 τραπεζικούς λογαριασμούς/κάρτες πληρωμών σε 12 χώρες, ήτοι Λιθουανία, Βουλγαρία, Μάλτα, Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Εσθονία, Ηνωμένο Βασίλειο, Λουξεμβούργο, Ελβετία, Βόρεια Μακεδονία.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν επτά άτομα με τους αστυνομικούς να μην έχουν καταφέρει ακόμα να εντοπίσουν τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης λόγω του εξαιρετικά ευρέως πλαισίου λειτουργίας.
Ωστόσο ψηλά στην ιεραρχία τοποθετούνται δύο ιδιωτικοί υπάλληλοι και ένας συνταξιούχος του ΕΦΚΑ. Όπως προαναφέρθηκε, στην ομάδα συμμετείχαν και οι δύο γιοι του ενός εκ των δύο ιδιωτικών υπαλλήλων.

86.000 πελάτες
Η οργάνωση αποδομήθηκε από στελέχη του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης. Κατά την έρευνα εντοπίστηκε βάση δεδομένων που εμφάνιζε περισσότερους από 86.000 πελάτες – τελικούς χρήστες, με το συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης να υπολογίζεται σε τουλάχιστον 7.000.000 ευρώ και τη συνολική ζημία των νόμιμων παρόχων να εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50.000.000 ευρώ.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης, τουλάχιστον από τα 2017, είχαν αναπτύξει μία ιδιαίτερα οργανωμένη και πολυεπίπεδη υποδομή παράνομης αναμετάδοσης συνδρομητικού οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω διαδικτύου (IPTV), η οποία λειτουργούσε αδιάλειπτα επί σειρά ετών και εξυπηρετούσε μεγάλο αριθμό χρηστών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Πιο αναλυτικά, τα μέλη της οργάνωσης αποκτούσαν παράνομα πρόσβαση σε προστατευόμενο οπτικοακουστικό περιεχόμενο που διατίθεται νόμιμα από συνδρομητικές τηλεοπτικές πλατφόρμες και παρόχους υπηρεσιών streaming.


Ακολούθως, με τη χρήση εξειδικευμένου τεχνολογικού εξοπλισμού, λογισμικού και κατάλληλα διαμορφωμένων συστημάτων αποκωδικοποίησης, συγκέντρωναν το περιεχόμενο αυτό και το αναμετέδιδαν παράνομα μέσω διαδικτύου στους «συνδρομητές» τους, παρέχοντας πρόσβαση σε χιλιάδες τηλεοπτικά κανάλια, αθλητικές διοργανώσεις, κινηματογραφικές ταινίες, σειρές και λοιπό ψηφιακό περιεχόμενο σε τιμή πολύ χαμηλότερη από αυτή των νόμιμων συνδρομών.
Πώς δρούσαν
Για την υποστήριξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας είχαν αναπτύξει εκτεταμένη δικτυακή υποδομή αποτελούμενη από διακομιστές, εγκατεστημένους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ χρησιμοποιούσαν ενδιάμεσους διακομιστές, υπηρεσίες εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPN), μηχανισμούς απόκρυψης της πραγματικής τοποθεσίας των συστημάτων τους, καθώς και συστηματική εναλλαγή διαδικτυακών διευθύνσεων και ονομάτων τομέων (domains), προκειμένου να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους και να παρακάμπτουν τα μέτρα αποκλεισμού που εφαρμόζονται από τις αρμόδιες Αρχές και τους νόμιμους παρόχους.
Παράλληλα, η οργάνωση διέθετε κεντρικό σύστημα διαχείρισης συνδρομητών, μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν η καταχώριση νέων πελατών, η ενεργοποίηση και ανανέωση συνδρομών, η διαχείριση των λογαριασμών χρηστών και η παρακολούθηση της λειτουργίας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η δομή της εμφάνιζε χαρακτηριστικά επαγγελματικής επιχείρησης, καθώς τα μέλη της είχαν αναλάβει διακριτούς ρόλους, όπως η τεχνική διαχείριση της υποδομής, η τροφοδότηση και επικαιροποίηση του διαθέσιμου περιεχομένου, η διαχείριση των συνδρομητών, καθώς και η παροχή συνεχούς τεχνικής υποστήριξης για την αντιμετώπιση προβλημάτων και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της υπηρεσίας.
Η πρόσβαση των χρηστών στις παράνομα παρεχόμενες υπηρεσίες επιτυγχανόταν είτε μέσω ειδικά διαμορφωμένων συσκευών αποκωδικοποίησης που προμηθεύονταν από τα μέλη της οργάνωσης είτε μέσω εγκατάστασης εξειδικευμένων εφαρμογών σε «έξυπνες» τηλεοράσεις και άλλες συμβατές συσκευές.
Για τον σκοπό αυτό παρέχονταν στους συνδρομητές ειδικοί σύνδεσμοι ενεργοποίησης και τεχνικές οδηγίες εγκατάστασης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν και την παραμετροποίηση του εξοπλισμού.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι, η εγκληματική οργάνωση αξιοποιούσε πολυεθνική τεχνολογική υποδομή και παρείχε υπηρεσίες σε πελάτες εγκατεστημένους σε πλήθος χωρών, γεγονός που καταδεικνύει τον διεθνή χαρακτήρα της δραστηριότητάς της.
Η λειτουργία της στηριζόταν σε ένα εκτεταμένο δίκτυο τεχνολογικών μέσων και υπηρεσιών, το οποίο εξασφάλιζε τη συνεχή παροχή παράνομου περιεχομένου και τη διατήρηση της επιχειρησιακής της ικανότητας ακόμη και σε περιπτώσεις αποκλεισμών ή τεχνικών παρεμβάσεων.
Μάλιστα, για να πετύχουν την αδιάλειπτη ροή των «υπηρεσιών» που παρείχαν, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης κατέβαλαν σε υλικοτεχνική υποδομή περισσότερα από 280.000 ευρώ.
