Πώς ξεπλένουν «μαύρο» χρήμα μέσω επιχειρήσεων – Τα 5 στάδια της κομπίνας

Μια εταιρία με κανονικό ΑΦΜ, καταχώριση στο ΓΕΜΗ, τραπεζικό λογαριασμό και τιμολόγια μπορεί να δείχνει απολύτως νόμιμη.

Πίσω από αυτήν, όμως, είναι δυνατόν να κρύβεται μια καλοστημένη κομπίνα για το ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος. Επιχειρήσεις που υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, τιμολόγια για δουλειές που δεν έγιναν ποτέ, πρόσωπα που εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες χωρίς να είναι οι πραγματικοί «εγκέφαλοι» και χρήματα που μετακινούνται από εταιρία σε εταιρία βρίσκονται στο «μικροσκόπιο» των ελεγκτικών Αρχών.

Το φαινόμενο έχει καταγραφεί όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF), τον οργανισμό που διαμορφώνει τα διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος. Η βασική ιδέα πίσω από αυτές τις υποθέσεις είναι απλή: χρήματα που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες επιχειρείται να εμφανιστούν ως κέρδη μιας κανονικής επιχείρησης.

Το δύσκολο για τους ελεγκτές είναι να αποδείξουν τι πραγματικά κρύβεται πίσω από τις συναλλαγές. Για να γίνει κατανοητό πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια εταιρία για ξέπλυμα χρήματος, αρκεί να δούμε τα πέντε χαρακτηριστικά στάδια μιας υποθετικής περίπτωσης, όπως θα μπορούσαν να προκύψουν από την έρευνα των Αρχών.

1 Εμφανίζεται μια εταιρία με νόμιμη ταυτότητα: Οι ελεγκτές εντοπίζουν μια επιχείρηση που έχει συσταθεί κανονικά και διαθέτει όλα τα τυπικά στοιχεία λειτουργίας. Το πρώτο ερώτημα είναι εάν πίσω από τα χαρτιά υπάρχει πραγματική δουλειά: πελάτες, προϊόντα, υπηρεσίες, εγκαταστάσεις και οικονομική δραστηριότητα. Μια εταιρία μπορεί να λειτουργεί νόμιμα ακόμη και χωρίς πολλούς εργαζομένους ή γραφεία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εικόνα της δεν δικαιολογεί τα χρήματα που διακινούνται.

2 Εντοπίζονται συναλλαγές που δεν εξηγούνται: Στη συνέχεια, οι Αρχές εξετάζουν πληρωμές και εισπράξεις που εμφανίζονται στα βιβλία της επιχείρησης. Μπορεί, για παράδειγμα, να υπάρχουν τιμολόγια για υπηρεσίες που δεν αποδεικνύεται ότι παρασχέθηκαν ή για εμπορεύματα των οποίων η διακίνηση δεν επιβεβαιώνεται. Το ερώτημα είναι εάν τα παραστατικά αποτυπώνουν πραγματικές συναλλαγές ή χρησιμοποιούνται για να δώσουν λογιστική δικαιολογία σε κινήσεις χρημάτων.

3 Αποκαλύπτονται σχέσεις με άλλες εταιρίες: Η έρευνα μπορεί να δείξει ότι η πρώτη εταιρία συνδέεται με περισσότερες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν κοινούς διαχειριστές, μετόχους ή άλλες οικονομικές σχέσεις. Οι ελεγκτές προσπαθούν να διαπιστώσουν εάν οι μεταξύ τους συναλλαγές έχουν πραγματικό εμπορικό αντικείμενο. Η ύπαρξη πολλών εταιριών δεν είναι παράνομη. Εκείνο που έχει σημασία είναι εάν οι χρηματορροές δικαιολογούνται από πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα.

4 Αναζητείται ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα: Ενα από τα σημαντικότερα σημεία της έρευνας είναι η αναγνώριση του πραγματικού δικαιούχου. Πρόκειται για το φυσικό πρόσωπο που τελικά ελέγχει την εταιρία, ακόμη και όταν στα επίσημα έγγραφα εμφανίζονται άλλα πρόσωπα ή μεσολαβούν περισσότερες επιχειρήσεις. Εδώ οι Αρχές αναζητούν ποιος παίρνει πραγματικά τις αποφάσεις και ποιος ωφελείται από τα χρήματα.

5 Εξετάζεται πού κατέληξαν τα κεφάλαια: Το τελευταίο κρίσιμο κομμάτι είναι η διαδρομή των χρημάτων. Οι αρμόδιες Αρχές ερευνούν εάν τα ποσά συνδέονται με πραγματικές συναλλαγές, εάν αποκτήθηκαν από εγκληματική δραστηριότητα και εάν χρησιμοποιήθηκαν για την απόκρυψη της προέλευσής τους. Αν υπάρχουν οι προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις, μπορεί να ακολουθήσουν περαιτέρω έρευνες, ποινικές διαδικασίες ή δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων. Αυτά τα πέντε στάδια είναι ένα επεξηγηματικό παράδειγμα και όχι περιγραφή συγκεκριμένης δικογραφίας.

  • «Μπίζνες» με… κελύφη: Μία από τις περιπτώσεις που εξετάζουν οι Αρχές είναι οι λεγόμενες εταιρίες-κελύφη. Πρόκειται για επιχειρήσεις που μπορεί να έχουν νόμιμη σύσταση και τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά ελάχιστη ή καθόλου πραγματική δραστηριότητα. Μια τέτοια εταιρία δεν είναι απαραίτητα παράνομη. Υπάρχουν απολύτως νόμιμοι λόγοι για τους οποίους μια επιχείρηση μπορεί να μην έχει προσωπικό ή σημαντικές εγκαταστάσεις.

Οταν, όμως, εμφανίζει μεγάλες χρηματικές συναλλαγές χωρίς σαφή οικονομική εξήγηση, οι ελεγκτές αναζητούν τι πραγματικά συμβαίνει. Αναρωτιούνται, για παράδειγμα, πώς μια εταιρία με περιορισμένη λειτουργία πραγματοποιεί τόσο σημαντικές συναλλαγές και ποιες υπηρεσίες ή προϊόντα δικαιολογούν τα ποσά.

  • Οι δουλειές που δεν έγιναν: Ενα ακόμη χαρακτηριστικό φαινόμενο είναι τα εικονικά τιμολόγια. Στα χαρτιά μπορεί να εμφανίζεται ότι μια εταιρία πλήρωσε κάποια άλλη για υπηρεσίες ή εμπορεύματα. Η έρευνα, όμως, μπορεί να αποκαλύψει ότι η συναλλαγή δεν έγινε ποτέ ή ότι τα στοιχεία της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα παραστατικά μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού συγκάλυψης της προέλευσης χρημάτων. Για να αποδειχθεί μια τέτοια πρακτική, δεν αρκεί να θεωρηθεί υπερβολικά υψηλό ένα τιμολόγιο. Χρειάζεται να εξεταστoύν οι συμβάσεις, οι πληρωμές, τα πραγματικά παραδοτέα και τα υπόλοιπα στοιχεία της συναλλαγής.

  • Τα αμέτρητα… μετρητά: Καταστήματα εστίασης, επιχειρήσεις λιανικής και άλλες δραστηριότητες με μεγάλο αριθμό καθημερινών συναλλαγών μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχων όταν προκύπτουν συγκεκριμένες ενδείξεις. Οι ελεγκτές συγκρίνουν τα έσοδα που δηλώνονται με την εικόνα που παρουσιάζει η πραγματική λειτουργία μιας επιχείρησης.

Μια επιχείρηση που δηλώνει πολύ υψηλό τζίρο, για παράδειγμα, θα πρέπει να μπορεί να εξηγήσει την οικονομική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται. Για αυτόν τον σκοπό μπορούν να εξεταστούν οι αγορές εμπορευμάτων, τα λειτουργικά έξοδα, οι εργαζόμενοι, τα φορολογικά παραστατικά και τα στοιχεία πληρωμών. Οι αποκλίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε πρόσθετους ελέγχους. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνες τους απόδειξη ξεπλύματος χρήματος.

ΔΙΑΠΛΟΚΗ

Οι «μπροστινοί» και οι πραγματικοί ιδιοκτήτες

Σε ορισμένες υποθέσεις οι Αρχές εξετάζουν εάν τα πρόσωπα που εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες ή διαχειριστές είναι, πράγματι, εκείνα που ελέγχουν τις επιχειρήσεις. Η έρευνα μπορεί να αφορά εταιρίες που ανήκουν σε άλλες εταιρίες, σύνθετες συμμετοχές ή πρόσωπα που εμφανίζονται στα επίσημα έγγραφα χωρίς να προκύπτει ότι λαμβάνουν τις ουσιαστικές αποφάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εταιρία με σύνθετη ιδιοκτησία είναι ύποπτη. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν υπάρχουν στοιχεία ότι η εταιρική δομή χρησιμοποιείται για να αποκρυφθεί η ταυτότητα εκείνου που ελέγχει ή ωφελείται από την περιουσία.

Τα «καμπανάκια» που χτυπούν στις Αρχές

Ορισμένα χαρακτηριστικά μπορεί να οδηγήσουν σε πιο αναλυτικό έλεγχο μιας επιχείρησης:

  • Μεγάλες κινήσεις χρημάτων χωρίς αντίστοιχη εμφανή δραστηριότητα.
  • Τιμολόγια ή πληρωμές που δεν συνοδεύονται από επαρκή στοιχεία.
  • Δυσκολία εξακρίβωσης του πραγματικού ιδιοκτήτη.
  • Συχνές αλλαγές στη διοίκηση χωρίς σαφή οικονομική εξήγηση.
  • Συναλλαγές μεταξύ εταιριών που δεν δικαιολογούνται από το αντικείμενό τους.
  • Αποκλίσεις μεταξύ φορολογικών δηλώσεων, τραπεζικών κινήσεων και πραγματικών εσόδων.

Πρόκειται για ενδείξεις που εξετάζονται συνολικά. Καμία δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι μια εταιρία χρησιμοποιείται για ξέπλυμα χρήματος.

Πότε η φοροδιαφυγή μπαίνει στο «πλυντήριο»

Η φοροδιαφυγή και το ξέπλυμα χρήματος δεν είναι το ίδιο αδίκημα. Στην πρώτη περίπτωση, εξετάζεται εάν κάποιος απέφυγε παράνομα την καταβολή φόρων. Στη δεύτερη, ερευνάται εάν χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα αποτέλεσαν αντικείμενο πράξεων νομιμοποίησης, όπως προβλέπει ο νόμος. Οι δύο υποθέσεις μπορεί να συνδέονται, αλλά αυτό δεν συμβαίνει αυτόματα. Ακόμη και εάν μια επιχείρηση ελέγχεται για σοβαρή φοροδιαφυγή, απαιτούνται ξεχωριστά στοιχεία για να στοιχειοθετηθεί και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων.