Τα μοιραία λάθη του Χαμενεΐ Πηγή: Protagon.gr

Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν επέλεξε να κινηθεί με τρόπο που τελικά προσέφερε στον Ντόναλντ Τραμπ μια ευκαιρία τόσο δελεαστική, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να την αγνοήσει. Το αποτέλεσμα ήταν θανατηφόρο για τον ίδιο. Το πιο άμεσο σφάλμα έγινε στο πεδίο των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα.

Η κατάληξη για τον αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν προέκυψε από μια αναπόφευκτη αλυσίδα γεγονότων, αλλά, σύμφωνα με ανάλυση της Wall Street Journal, από μια σειρά δικών του στρατηγικών λαθών.

Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν επέλεξε να κινηθεί με τρόπο που τελικά προσέφερε στον Ντόναλντ Τραμπ μια ευκαιρία τόσο δελεαστική, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να την αγνοήσει. Το αποτέλεσμα ήταν θανατηφόρο για τον ίδιο. Το πιο άμεσο σφάλμα έγινε στο πεδίο των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα. Η Τεχεράνη, μέσα από υπεκφυγές και αμφίσημες τοποθετήσεις, άφησε να διαφανεί ότι επιθυμούσε να διατηρήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Οταν ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν θα γίνει αποδεκτός ο εγχώριος εμπλουτισμός ουρανίου, η απαίτηση δεν θεωρήθηκε παράλογη από την αμερικανική πλευρά. Δεκάδες χώρες λειτουργούν πυρηνικούς σταθμούς εισάγοντας εμπλουτισμένο καύσιμο, χωρίς να αναπτύσσουν δική τους υποδομή. Μάλιστα, σύμφωνα με αξιωματούχους της Ουάσινγκτον, είχε προσφερθεί στο Ιράν ακόμη και δωρεάν προμήθεια έτοιμου καυσίμου.

Η ιρανική ηγεσία, ωστόσο, απέρριψε την πρόταση. Μία από τις τελευταίες ιρανικές προτάσεις προέβλεπε τη διατήρηση χιλιάδων προηγμένων φυγοκεντρητών και εμπλουτισμό ουρανίου έως και 20%. Ενα τέτοιο επίπεδο, γράφει η Wall Street Journal, αν και χαμηλότερο από το απαιτούμενο για πυρηνικό όπλο, καλύπτει μεγάλο μέρος της τεχνικής διαδρομής προς αυτό.

Οπως επισημαίνει στην Wall Street Journal η ειδική σε θέματα μη διάδοσης πυρηνικών όπλων Αντρέα Στρίκερ, η ουσία του ιρανικού αιτήματος ήταν η διατήρηση της δυνατότητας παραγωγής πυρηνικού καυσίμου για στρατιωτική χρήση σε χρόνο που θα επέλεγε το καθεστώς. Κάθε «συμβιβασμός» φαινόταν να επιβεβαιώνει τον στρατηγικό στόχο της Tεχεράνης: τη διατήρηση της πυρηνικής επιλογής.

Η πολιτική αυτή, που επί δύο δεκαετίες επιβάρυνε τον ιρανικό λαό με κυρώσεις και οικονομική ασφυξία, βρέθηκε σε νέο, εκρηκτικό πλαίσιο. Τον Ιανουάριο, μαζικές διαδηλώσεις έδειξαν ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας επιθυμούσε την ανατροπή του καθεστώτος.

Η απάντηση των αρχών ήταν ακραία καταστολή. Ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει δημόσια την Τεχεράνη να μην ανοίξει πυρ κατά των διαδηλωτών, αλλιώς θα υπήρχε αντίδραση. Στην Τεχεράνη, ωστόσο, υποβάθμισαν τις δηλώσεις του. Ο Αλί Λαριτζανί σχολίασε ότι ο Τραμπ «λέει συχνά τέτοια πράγματα» και δεν πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά, σημειώνει η Wall Street Journal.

Η κλιμάκωση αποδείχθηκε δραματική. Χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν στους δρόμους μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, με τον αμερικανό πρόεδρο να μιλά για δεκάδες χιλιάδες θύματα. Μια περιορισμένη αντίδραση ίσως ήταν εφικτή στα αρχικά στάδια των κινητοποιήσεων, όμως η κλίμακα της βίας καθιστούσε δύσκολη την αυτοσυγκράτηση.

Η οργή του πληθυσμού είχε πυροδοτηθεί από τη φτώχεια και τη νομισματική κατάρρευση, ενώ το καθεστώς φαινόταν να δαπανά τεράστια ποσά για τη στήριξη οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, προσφέροντας ελάχιστη οικονομική ανακούφιση στους πολίτες του.

Σε αυτό το σημείο, μια παραχώρηση στο πυρηνικό ζήτημα θα μπορούσε να είχε αποφέρει άρση κυρώσεων και προσωρινή σταθεροποίηση, σχολιάζει η Wall Street Journal. Ο Χαμενεΐ επέλεξε να μην υποχωρήσει. Ενδεχομένως θεώρησε ότι κάθε παραχώρηση θα εκλαμβανόταν ως αδυναμία από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ωστόσο, η ίδια η πολιτική του είχε ήδη διαβρώσει την αποτρεπτική ισχύ της χώρας. Πριν από τον σύντομο πόλεμο του Ιουνίου, το Ιράν είχε επανειλημμένα απειλήσει με καταστροφικές συνέπειες σε περίπτωση επίθεσης.

Στη Δύση, ορισμένοι σχολιαστές υιοθέτησαν αυτές τις εκτιμήσεις. Ο Τάκερ Κάρλσον προειδοποιούσε ότι ένα πλήγμα στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις θα προκαλούσε χιλιάδες θανάτους Αμερικανών και παγκόσμια κρίση. Τελικά, τίποτα από αυτά δεν συνέβη.

Το Ισραήλ κυριάρχησε στον εναέριο χώρο της Τεχεράνης χωρίς να χάσει ούτε ένα αεροσκάφος, πλήττοντας κρίσιμες υποδομές. Η ιρανική απάντηση με πυραύλους και drones προκάλεσε περιορισμένες ζημιές. Η επιτυχία του Ισραήλ και η εμφανής αδυναμία της ιρανικής άμυνας μείωσαν το ρίσκο για μια αμερικανική επέμβαση.

Μετά τις απώλειες, η Τεχεράνη εκτόξευσε ορισμένους πυραύλους, έπληξε αμερικανικό ραντάρ και ζήτησε κατάπαυση του πυρός. Παρά τη μέτρια αυτή επίδοση, το καθεστώς επανήλθε στους ίδιους απειλητικούς τόνους, επισημαίνει η Wall Street Journal ,διακηρύσσοντας ότι την επόμενη φορά θα πολεμήσει πραγματικά.

Ωστόσο, η προηγούμενη εμπειρία είχε ήδη ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της Ουάσινγκτον. Καθοριστικό λάθος υπήρξε και η άμεση εμπλοκή του Ιράν σε αντιπαράθεση με το Ισραήλ, πριν η Τεχεράνη αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Οι βαλλιστικές επιθέσεις του 2024 απέδειξαν στο Τελ Αβίβ ότι μπορεί να αντέξει και να ανταποδώσει, καταστρέφοντας κρίσιμες ιρανικές αεράμυνες. Ετσι, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έμεινε εκτεθειμένο.

Οι οργανώσεις-πληρεξούσιοι, όπως η Χαμάς, που ενισχύονταν διαχρονικά από την Τεχεράνη, υποτίθεται ότι λειτουργούσαν ως ασπίδα. Η Χεζμπολάχ, ειδικά, θεωρούνταν ασφαλιστική δικλίδα: η απειλή δεκάδων χιλιάδων ρουκετών κατά ισραηλινών πόλεων απέτρεπε επιθέσεις στο Ιράν. Ομως η παρατεταμένη εμπλοκή της μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 οδήγησε στην αποδυνάμωσή της από το Ισραήλ το 2024.

Οταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή, γράφει η WSJ ,το Ιράν βρέθηκε ουσιαστικά μόνο. Συνολικά, η επιχείρηση, η οποία ονομάστηκε «Operation Epic Fury», παρουσιάζεται ως προϊόν αυτών των λανθασμένων επιλογών.

Ο Χαμενεΐ φέρεται να σπατάλησε τα στρατηγικά εργαλεία του, να εξέθεσε τις αδυναμίες της χώρας του, να επέμεινε σε αδιάλλακτη στάση μετά τον πόλεμο, επιδεινώνοντας την οικονομική κρίση, και να απάντησε στις κοινωνικές αντιδράσεις με αιματηρή καταστολή.

Παράλληλα, υποτίμησε την αποφασιστικότητα του Τραμπ. Επί χρόνια, η κυρίαρχη δυτική ανάλυση υποστήριζε ότι ο Τραμπ θα αρκούνταν σε μια συμφωνία παρόμοια με εκείνη που έγινε το 2015 επί Μπαράκ Ομπάμα, παρουσιάζοντάς την ως μεγάλη επιτυχία.

Η εξέλιξη των γεγονότων διέψευσε αυτή την εκτίμηση, καταλήγει η Wall Steet Journal. Ο Χαμενεΐ προσέφερε τελικά στον αμερικανό πρόεδρο μια μοναδική ευκαιρία να αποδυναμώσει ή και να ανατρέψει το πιο αδιάλλακτο αντίπαλο καθεστώς της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή.