«Eσύ, που έκλεψες την Εμμανουέλα»: Ένα δικαίως οργισμένο κείμενο

Την ίδια στιγμή που οι αστυνομικές αρχές ερευνούν την απίστευτη κλοπή της μικρής τσάντας της 21χρονης Έμμας που περιείχε τα 1.500 ευρώ που της είχαν δώσει οι γονείς της, η γνωστοποίηση της ανίερης αυτής κλοπής από την αιμόφυρτη και βαρύτατα τραυματισμένη κοπέλα, έχει γεμίσει με οργή την κοινωνία.

Χαρακτηριστικό είναι ένα κείμενο του δημοσιογράφου Γιάννη Καφάτου το οποίο δημοσιεύθηκε στο viewtag.gr στο οποίο υπο τον τίτλο «Άκου ρε καθίκι, εσύ, που έκλεψες την Εμμανουέλα!» αναφέρονται τα εξής:

«Είσαι ένα θλιβερό καθίκι αφού είδες μια κοπέλα αιμόφυρτη στην άσφαλτο και αντί να πας να την συνδράμεις, αντί να βοηθήσεις εσύ πήγες και της έκλεψες το πορτοφόλι.

Πες μου ρε συ, πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο;

Ποια μάνα, ποιος πατέρας σε μεγάλωσε;

Πόσο απάνθρωπος έγινες μέσα στο διάβα της ζωής σου, κι αυτό είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάπως το επέλεξες κι ίσως η παραπάνω αναφορά στους γονείς σου να είναι μια υπερβολή.

Ό,τι και να σου έκαναν οι γονείς σου, εσύ αποφάσισες την ώρα που μια κοπέλα ψυχορραγούσε στην άσφαλτο να της βουτήξεις τα πράγματα και να τσεπώσεις το πορτοφόλι της.

Γι’ αυτό είσαι καθίκι! Γιατί εσύ επέλεξες να κάνεις κάτι τόσο απάνθρωπο σε μια στιγμή που κάθε άνθρωπος θα λύγιζε.

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές η καρδιά της Εμμανουέλας, χτυπάει στο στήθος μιας γυναίκας γιατί η ίδια όσο ζούσε και οι γονείς της μετά το θάνατό της επέλεξαν να είναι Άνθρωποι και να προσφέρουν ζωή.

Καταλαβαίνεις ρε καθίκι τι λέμε; Μια μάνα κι ένας πατέρας δεν θα ξαναγκαλιάσουν το παιδί τους και μέσα στον πόνο τους σκέφτηκαν τους άλλους. Δώρισαν τα όργανά της νεκρής κόρης τους για να δώσουν ζωή.

Κι εσύ που την είδες εκεί που την παράτησε ο οδηγός που την σκότωσε το μόνο που έκανες ήταν να την κλέψεις;

Τι θα τα κάνεις τα λεφτά ρε τύπε που μόνο ως εικόνα ανήκεις στο ανθρώπινο είδος;

Ναρκωτικά, κινητό, θα πας να βρεις πληρωμένο έρωτα, τι θα τα κάνεις τα λεφτά της κοπέλας; Απορία το έχω. Θα καταφέρεις να περάσεις καλά με το ποσό που έκλεψες από την αιμόφυρτη κοπέλα;

Άραγε την είδες, είδες το πρόσωπό της; Την κοίταξες και το μόνο που σου βγήκε να κάνεις ήταν να ψάξεις τα πράγματά της και βουτήξεις τα λεφτά που της είχαν δώσει οι γονείς της;

Θα το ξεχάσεις άραγε αυτό που αντίκρισες, ή ρωτάω κι εγώ βλακείες περιμένοντας από ένα καθίκι μια απάντηση που δεν μπορεί να δώσει; Ακούμε κάθε μέρα ένα σωρό ειδήσεις που μας κάνουν να ανατριχιάζουμε, αλλά ρε τύπε, εσύ ξεπέρασες κάθε όριο.

Είσαι ό,τι χειρότερο μπορεί να συναντήσει άνθρωπος και σου εύχομαι κάποια στιγμή της ζωής σου να μπορέσεις να καταλάβεις την αλητεία που διέπραξες, την ύβρη που θα την κουβαλάς για πάντα, και ίσως κάποτε σε βαρύνει τόσο πολύ που δεν θα αντέξεις την ίδια σου την ύπαρξη. Άσε με να το ελπίζω τουλάχιστον!»