H Γερμανία οφείλει 455 δισεκατομμύρια δολάρια στην Ελλάδα

Ως Παμμακεδονική Ένωση Γερμανίας, τη μεγαλύτερη Ομοσπονδία μακεδονικών συλλόγων της χώρας, με μεγάλο αριθμό μελών, που συμβάλλει ποικιλοτρόπως στον τομέα του πολιτισμού, χαιρετίζουμε το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επίσημα αναγνωρίσει ως γενοκτονία τα εγκλήματα της αποικιακής περιόδου στη Ναμίμπια, ενάντια στις εθνοτικές ομάδες Χερέρο και Ναμά. Οι φρικαλεότητες του 1904-1908 συνέβαλαν στο θάνατο περισσοτέρων από 70.000 ανθρώπων, και πιθανώς το 70 τοις εκατό των Χερέρο και το 50 τοις εκατό των Ναμά πέθανε από δίψα ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι σωστό να αποκαλούμε τα γεγονότα με το όνομα τους, ως τη πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα.

Αυτή η συμβολική κίνηση οδηγεί σε πραγματική συμφιλίωση, και στο πλαίσιο της ιστορικής και ηθικής ευθύνης της Γερμανίας, αποτελεί η αναγνώριση των δεινών που έχουν προκληθεί στα θύματα και η παράκληση για συγχώρεση από τους απογόνους των θυμάτων ένα πολύ σημαντικό βήμα. Επίσης αξίζει τον έπαινο ότι η Γερμανία υποστηρίζει το κράτος στην ανοικοδόμηση και ανάπτυξη με ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Τούτου δοθέντος, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σας στο ζήτημα των αποζημιώσεων της Ελλάδας έναντι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Έχουν περάσει ακριβώς ογδόντα χρόνια από τότε που η Γερμανία του Χίτλερ επιτέθηκε στην Ελλάδα. Οι Ναζί εισέβαλαν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941. Πολλές σφαγές διαπράχθηκαν στην Ελλάδα έως το 1944. Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες άμαχοι σκοτώθηκαν. Συνολικά, η Wehrmacht κατέστρεψε περίπου 1.700 ελληνικά χωριά κατά τη διάρκεια της κατοχής. Σε αυτό το ιστορικό έτος, το ζήτημα των επανορθώσεων είναι τόσο επίκαιρο όσο ποτέ.

Μέρη που συμβολίζουν σήμερα τη ναζιστική θυριωδία είναι: Δίστομο, Γιαννιτσά, Βιάννος, Κοντομαρί, Αλικιανός, Ανώγεια, Χορτιάτης, Κομμένο, Κλεισούρα, Μεσοβούνι, Κερδύλλια, Παραμυθιά και Λιγκιάδες. Όσον αφορά τον αριθμό των θυμάτων, η χειρότερη σφαγή έγινε στα Καλάβρυτα στις 13 Δεκεμβρίου 1943. Αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα κατά του άμαχου πληθυσμού στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Ο επίσημος κατάλογος των κλοπών, λεηλασιών και της αυθαιρεσίας των Γερμανών κατά τη διάρκεια της κατοχής, που δημοσιεύτηκε από το ίδιο το ελληνικό κράτος το 1946, περιλαμβάνει 8.500 κινητά αρχαία αντικείμενα που είχαν κλαπεί από την Ελλάδα. Αυτά τα πολύτιμα έργα δεν έχουν επιστρέψει και εμφανίζονται σε ορισμένα μουσεία, δημοπρασίες ή ιδιωτικές συλλογές. Αυτό είναι επίσης ένα πολύ σκοτεινό κεφάλαιο της περιόδου.

Ελληνική κοινοβουλευτική επιτροπή εκτίμησε το ποσό των οφειλών πολέμου που προκλήθηκαν από τη Γερμανία σε τουλάχιστον 289 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτές οι αξιώσεις είναι έγκυρες και ενεργές και πρέπει να αποπληρωθούν. Η διευθέτηση αυτού του χρέους θα έκλεινε αυτό το τραγικό κεφάλαιο και θα συνέβαλε θετικά στην περαιτέρω προώθηση των ελληνογερμανικών σχέσεων.

Η Ελλάδα κάλεσε πολλές φορές τη Γερμανία σε διαπραγματεύσεις για το θέμα των αποζημιώσεων, αλλά αυτή η απαίτηση απορρίπτεται συνεχώς από τη γερμανική πλευρά. Το φλέγον αυτο ζήτημα εξακολουθεί να είναι σημαντικό για τον ελληνικό λαό.

Όσο κατηγορηματικά η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση απορρίπτει το αίτημα των αποζημιώσεων, η Επιστημονική Υπηρεσία του Bundestag δεν το βλέπει έτσι σε γνωμοδότηση που δημοσιεύθηκε το 2019. Η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ ρητή παραίτηση. Όσον αφορά το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο η Συνθήκη 2+4 του 1990 έχει ρυθμίσει όλα τα ζητήματα επανορθώσεων “συνολικά και περιεκτικά”, η Επιστημονική Υπηρεσία γράφει: “Οι αποζημιώσεις στην πραγματικότητα δεν αναφέρονται καν στη σύμβαση. Η Ελλάδα, ως τρίτη χώρα που δεν συμμετείχε στη συνθήκη, θα έπρεπε να είχε ρητώς συμφωνήσει με τα προκύπτοντα μειονεκτήματα “, αναφέρεται στην έκθεση!

Όπως και στο εθνικό δίκαιο, δεν υπάρχουν ουσιαστικά συμβάσεις εις βάρος τρίτων στο διεθνές δίκαιο. Με άλλα λόγια, χωρίς τη συναίνεση της Ελλάδας, τα συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας 2+4 δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ότι οι ισχυρισμοί αποζημίωσης της Ελλάδας κατά της Γερμανίας θα αποκλείονταν κατά τη σύναψη αυτών των συμφωνιών. Η άποψη της γερμανικής κυβέρνησης ότι το ζήτημα των αποζημιώσεων της Ελλάδας έχει επιλυθεί με αυτή τη συνθήκη δεν είναι τόσο σύννομη όσο συχνά παρουσιάζεται.

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, η Ελλάδα υποστήριξε τον λεγόμενο Χάρτη του Παρισιού. Μεταξύ άλλων, λέει: “Σημειώνουμε με μεγάλη ικανοποίηση τη συμφωνία που υπεγράφη στη Μόσχα στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 σχετικά με τον τελικό διακανονισμό όσον αφορά τη Γερμανία. Η διατύπωση είναι: “Σημειώνουμε” και όχι “Συμφωνούμε”. Επιπλέον, η παραίτηση από αποζημιώσεις δεν αναφέρεται ρητά στο κείμενο της Συνθήκης, έτσι ώστε τουλάχιστον να αμφισβητηθεί ότι η Ελλάδα δεν έχει πλέον αξιώσεις βάσει του Χάρτη των Παρισίων.

Η απαίτηση των 289 δισεκατομμυρίων ευρώ (455 εκατομμύρια δολάρια Αυστραλίας) αφορά τις απαιτήσεις του κράτους της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας. Αυτό περιλαμβάνει, αφενός, αξιώσεις αποζημίωσης εν γένει λόγω των εγκλημάτων πολέμου της Γερμανίας στην Ελλάδα στον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο και, αφετέρου, αφορά το καταναγκαστικό δάνειο που ανέλαβε η Ελλάδα να πληρώσει στους Ναζί υπό το καθεστώς πίεσης μεταξύ 1942 και 1944. Το ποσό: 476 εκατομμύρια Reichsmark. Επί Χίτλερ έγινε η αποπληρωμή των δύο πρώτων δόσεων του δανείου. Η Γερμανία δεν έχει ακόμη πληρώσει αυτό το χρέος. Σε αυτό το πλαίσιο, το ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει την επιλογή της δέσμευσης γερμανικής περιουσίας στην Ελλάδα, όπως του Ινστιτούτο Goethe. Από την άλλη πλευρά οι αποζημιώσεις αφορούν τις απαιτήσεις των επιζώντων και των απογόνων των ναζιστικών θυμάτων, δηλαδή των Ελλήνων πολιτών κατά της Γερμανίας.

Η συμφωνία χρέους του Λονδίνου του 1953 αναφέρει ότι «η εξέταση των διεκδικήσεων των κρατών που προκύπτουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θα αναβληθεί έως ότου επιλυθεί τελικά το ζήτημα των αποζημιώσεων». Το 1953, τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν να μην υποβάλουν αξιώσεις αποζημίωσης έως ότου διευκρινιστούν αυτά τα ερωτήματα σε μεταγενέστερη ειρηνευτική συνθήκη. Επομένως η συμφωνία χρέους του Λονδίνου δεν αποκλείει πιθανές απαιτήσεις εκ μέρους της Ελλάδος.

Στη συμφωνία που συνήφθη το 1960, η Γερμανία δεσμεύτηκε να πληρώσει στην Ελλάδα 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Ωστόσο, αυτή η σύμβαση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Ελλάδα δεν δικαιούται πλέον την αξίωση αποζημίωσης για το αναγκαστικό δάνειο. Η επίσημη ονομασία “Σύμβαση μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Ελλάδας σχετικά με παροχές προς όφελος Ελλήνων πολιτών που πλήττονται από ναζιστικές διώξεις” δείχνει ήδη ότι η συμφωνία αφορά αξιώσεις Ελλήνων πολιτών, και όχι έκεινες του ελληνικού κράτους.

Κατά συνέπεια, είμαστε της άποψης ότι το ζήτημα της αποζημίωσης παραμένει ανοιχτό από ελληνικής πλευράς. Σε αντίθεση με την Πολωνία, η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε ποτέ από τις αξιώσεις της και επανειλημμένα υποστήριξε τους ισχυρισμούς της.

Οι Πράσινοι και die Linke ασκούν κριτική στην στάση που επιδεικνύει η γερμανική κυβέρνηση. Στη συζήτηση του Bundestag για την 80η επέτειο της επίθεσης στην Ελλάδα, και οι δύο κοινοβουλευτικές ομάδες παρουσία του Έλληνα πρέσβη ζήτησαν αλλαγή πορείας.

Είναι εντελώς ντροπιαστικό, υποτιμητικό και ταπεινωτικό που οι ελληνικές διεκδικήσεις δηλώνονται ότι έχουν διευθετηθεί. Αυτό αποτελεί ένα βαρύ φορτίο για τις γερμανο-ελληνικές σχέσεις. Η γερμανική θέση είναι ηθικά, αλλά και νομικά απαράδεκτη.

Ενόψει των επερχόμενων ομοσπονδιακών εκλογών, η ελληνική κοινότητα στη Γερμανία θα λάβει σοβαρά υπόψιν της τη θέση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε αυτό το θέμα. Ελπίζουμε ότι η γερμανική κυβέρνηση θα επανεξετάσει τη θέση της και θα αποκαταστήσει μια ιστορική αδικία.

Με τις καλύτερες ευχές

Παμμακεδονική Ένωση Γερμανίας

Πρόεδρος

Ιωάννης Γκέγκα